Vito Acconci - Αυτό που πραγματικά θέλω είναι η επανάσταση

Αυτα ειναι τα λογια του σπουδαίου Vito Acconci (1940 - 2017) σε μια συνέντευξη του στην διαδικτυακή τηλεόραση του San Francisco Museum of Modern Art.


Η μοναξιά και η απώλεια στα έργα του Mark Morrisroe

Περπατώντας άγρια στις αίθουσες του Σχολείου Τέχνης με τα σκισμένα μπλουζάκια του, αποκαλώντας τον εαυτό του Mark Dirt, ήταν ο πρώτος πανκ...


Jacques Henri Lartigue Φωτογραφιζοντας την ευτυχια

Στην Ευρώπη κανένας κριτικός δεν θα τολμούσε να αποδώσει καλλιτεχνική εγκυρότητα σε έννοιες όπως «ελαφρότητα» και «ευτυχία»...


Η συλλογή Bennett
The Bennett Collection of Women Realists

Οι Elaine και Steven Bennett είναι αφοσιωμένο στην προώθηση της καριέρας των γυναικών καλλιτεχνών, αφού «οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται...».


Κώστας Ταχτσής - Το τρίτο στεφάνι

Ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το μοναδικό μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι», που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Ο πατέρας του Γρηγόριος και η μητέρα του Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.

Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δύο χρόνια. Είχε προηγηθεί μία αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, χωρίς επιτυχία, λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε ως το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» και ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η συλλογή «Τα μικρά ποιήματα». Τα δύο αυτά έργα του τα αποκήρυξε σιωπηλά αργότερα. Μέχρι το 1956 κυκλοφόρησε τρεις ακόμα ποιητικές συλλογές: «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), «Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και «Καφενείον το Βυζάντιον» (1956). Η ποίησή του κινείται στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο και Ανδρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας.

Από την άνοιξη του 1956 έως τον Δεκέμβρη του 1964 περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου (Γερμανία, Αυστρία, Αφρική, Αυστραλία), με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, εργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας του Τζιν Νεγκουλέσκο «Το παιδί και το δελφίνι», που γυρίστηκε στην Ύδρα το 1956, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του κλασσικού πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία.

Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε «Το Τρίτο στεφάνι», το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκεί παραμονής του και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Το μοναδικό του μυθιστόρημα γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ από το αναγνωστικό κοινό, ως ένας πιστός και αληθινός πίνακας της νεοελληνικής ζωής.

Την ίδια χρονιά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967) πρωτοστάτησε στην αντιστασιακή έκδοση των «18 Κειμένων» Ελλήνων συγγραφέων κατά της λογοκρισίας (1971). Τη δεκαετία του '70 εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Τα Ρέστα» (1972) και «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (1979). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο.

Ο Ταχτσής είχε να παρουσιάσει και πλούσιο μεταφραστικό έργο. Μετέφρασε έργα συγγραφέων, όπως τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιπο, καθώς και πολλές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Για τη μεταφραστική του εργασία στον Αριστοφάνη είχε επικριθεί από την κριτική για πολλές μεταφραστικές ελευθεριότητες και αυθαιρεσίες.

Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια κάτω από άγνωστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό στις 25 Αυγούστου 1988, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, σε ηλικία 61 ετών. Το έγκλημα παραμένει ακόμα ανεξιχνίαστο και ο δράστης του ασύλληπτος. Ο γνωστός δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα» υποστηρίζει ότι τον Ταχτσή τον σκότωσε ο τελευταίος του πελάτης, όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα, αλλά με άντρα.

Το Τρίτο Στεφάνι

Το κορυφαίο έργο του Κώστα Ταχτσή είναι το μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι, που από το 1970 και μετά εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στα πλέον ευπώλητα βιβλία και το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το βιβλίο εκτυλίσσεται στα χρόνια πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα από τη ρέουσα προσωπική αφήγηση δύο γυναικών: της Εκάβης και της Νίνας, οι οποίες με άμεση και καθημερινή γλώσσα μιλάνε για όσα έζησαν. Οι διηγήσεις γίνονται σε γλώσσα «καθημερινή, ρέουσα, ανθρώπινη και οικεία», αναφέρει ο Γιώργος Μανιώτης. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα σχεδόν τα πρόσωπα έχουν διαμορφωθεί επάνω σε πρότυπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Ο Ταχτσής έγραψε το μυθιστόρημα κατά την περιπλάνησή του εκτός Ελλάδας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το πρότεινε σε τρεις εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι όμως το απέρριψαν. Εκδόθηκε τελικά το 1962 με έξοδα του συγγραφέα, αλλά δεν γνώρισε καμιά επιτυχία. Επανεκδόθηκε το 1970 από τις εκδόσεις Ερμής στην Αθήνα, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και καθιέρωσε τον Ταχτσή ανάμεσα στους πιο γνωστούς πεζογράφους της γενιάς του.
Το Τρίτο στεφάνι δραματοποιήθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας το 1979 σε παραγωγή του Γιώργου Παυριανού. Τους ρόλους της Εκάβης και της Νίνας ενσάρκωσαν αντίστοιχα η Σμάρω Στεφανίδου και η Ρένα Βλαχοπούλου. Η ραδιοφωνική παραγωγή του βιβλίου αποτέλεσε και αυτή σημείο σύγκρουσης του συγγραφέα με την παραγωγή. Αρχικά οι ρόλοι της Εκάβης και της Νίνας είχαν προταθεί στη Μελίνα Μερκούρη και τη Δέσπω Διαμαντίδου, οι οποίες αρνήθηκαν. Αργότερα ο ρόλος της Εκάβης δόθηκε στη Γεωργία Βασιλειάδου, αλλά μετά από ενστάσεις του συγγραφέα το ρόλο τελικά πήρε η Στεφανίδου. Ο Ταχτσής είχε αντιρρήσεις και για την συμμετοχή της Βλαχοπούλου στο ρόλο της Νίνας.

Απήχηση του έργου

Τον πρώτο καιρό της έκδοσής του δεν είχαν πουληθεί παραπάνω από δέκα αντίτυπα, αλλά στη διάρκεια της Χούντας το βιβλίο άρχισε να γίνεται γνωστό κυρίως από τους πολιτικούς κρατουμένους. Έτσι τελικά κυκλοφόρησε το 1970 από τις εκδόσεις Ερμής. Εξαιτίας του αυθόρμητου αφηγηματικού του ύφους, Το τρίτο στεφάνι κέντρισε το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ο ίδιος ο Ταχτσής έλεγε ότι ακόμα και η Μελίνα Μερκούρη είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος. Την σεζόν 1995-1996 μεταφέρθηκε με πιστότητα στην τηλεόραση από το κανάλι ΑΝΤ1 , σε σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη, με τη Νένα Μεντή στο ρόλο της Νίνας και τη Λήδα Πρωτοψάλτη στο ρόλο της Εκάβης. Το χειμώνα του 2009 έγινε η θεατρική του διασκευή από τον Σταμάτη Φασουλή και τον Θανάση Νιάρχο για το Εθνικό Θέατρο, με τη Νένα Μεντή αυτή τη φορά στον ρόλο της Εκάβης και τη Φιλαρέτη Κομνηνού στο ρόλο της Νίνας. Η παράσταση είχε διάρκεια σχεδόν τέσσερις ώρες. Με αφετηρία το κείμενο των Φασουλή και Νιάρχου, η θεατρική ομάδα Carpe Diem ανέβασε το 2014 μια δίωρη εκδοχή του έργου, με μεγάλη απήχηση και βραβεία σε φεστιβάλ θεάτρου. Το μυθιστόρημα είχε χλιαρή απήχηση στο εξωτερικό, παρά την υποστήριξη των ελληνιστών, ίσως λόγω της απουσίας αντιστικτικού λόγου.

Ύφος και γλώσσα

Το μυθιστόρημα έχει τη μορφή παρλάτας. Πρόκειται για μια διπλή πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ το σκηνικό είναι αποκλειστικά αστικό. Η κύρια αρετή του βιβλίου, που επισημάνθηκε και από έλληνες κριτικούς και ελληνιστές εκτός Ελλάδας, ήταν η γλωσσική ιδιοτυπία της παρλάτας της κεντρικής ηρωίδας του: πρόκειται για ανάμειξη της δημοτικής με την καθαρεύουσα. O Γεώργιος Σαββίδης το χαρακτήρισε ως «την πρώτη έμπρακτη υπονόμευση [της παγιωμένης από το Μ. Τριανταφυλλίδη γλώσσας]». Αυτές οι γλωσσικές ενσωματώσεις στοιχείων της καθαρεύουσας στον προφορικό λόγο, δεν συνιστούν μια «αταίριαστη κατάχρηση», αλλά αποτελεί μέρος του κόσμου που τους περιβάλει.

O Κώστας Ταχτσής ως συγγραφέας και κριτική του έργου του

Ο Ταχτσής είναι ολιγογράφος συγγραφέας και καταγράφει την καθημερινότητα του μικροαστού νεοέλληνα,τη μιζέρια της μικροαστικής συνοικίας ενώ αφήνει να διαφανεί και ο μικρόκοσμος του υπόκοσμου. Πολλά από τα πεζογραφήματα του έχουν αυτοβιογραφική βάση. Επικεντρώνεται στις ιδέες των ηρώων του και όχι σε αυτούς τους ίδιους ως πρόσωπα. Η ενασχόλησή του με την ποίηση κάθε άλλο παρά επιπόλαιη και ευκαιριακή υπήρξε. Το περιεχόμενο αλλά και η μορφή των ποιημάτων του δείχνουν πως οι καταβολές του ήταν πεζογραφικές. Η θεματολογία της ποίησής του ήταν η καθημερινότητα,τα μικρά και ασήμαντα περιστατικά της . Δύο στοιχεία που συνδυάζει τόσο στην ποίησή του όσο και στην πεζογραφία του είναι ο ρεαλισμός και ο λυρισμός. Ο Απόστολος Σαχίνης επισημαίνει σειρά θετικών γνωρισμάτων, αλλά και αδυναμιών στο μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι. Στα θετικά καταλογίζει το ευδιάκριτο περίγραμμα των δύο γυναικών που συζητούν μεταξύ τους, η γραφικότητά τους, η φλυαρία, η νευρικότητα και η ζωντάνια τους, που τις κάνει στην πένα του Ταχτσή να γινουν τύποι. Στις αδυναμίες καταλογίζονται η εμμονή στις μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες, στις μικρότητές τους και στα ελαττώματά τους, που δεν βοηθούν στην ανάδειξη του εσωτερικού ψυχισμού των ηρωίδων τους αλλά στον υποβιβασμό τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου