Vito Acconci - Αυτό που πραγματικά θέλω είναι η επανάσταση

Αυτα ειναι τα λογια του σπουδαίου Vito Acconci (1940 - 2017) σε μια συνέντευξη του στην διαδικτυακή τηλεόραση του San Francisco Museum of Modern Art.


Η μοναξιά και η απώλεια στα έργα του Mark Morrisroe

Περπατώντας άγρια στις αίθουσες του Σχολείου Τέχνης με τα σκισμένα μπλουζάκια του, αποκαλώντας τον εαυτό του Mark Dirt, ήταν ο πρώτος πανκ...


Jacques Henri Lartigue Φωτογραφιζοντας την ευτυχια

Στην Ευρώπη κανένας κριτικός δεν θα τολμούσε να αποδώσει καλλιτεχνική εγκυρότητα σε έννοιες όπως «ελαφρότητα» και «ευτυχία»...


Η συλλογή Bennett
The Bennett Collection of Women Realists

Οι Elaine και Steven Bennett είναι αφοσιωμένο στην προώθηση της καριέρας των γυναικών καλλιτεχνών, αφού «οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται...».


ΠΟΙΟ EINAI ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ;

Από την ελληνική αρχαιότητα είχε ήδη αναπτυχθεί ο μεταφυσικός στοχασμός σχετικά με την υφή της πραγματικότητας. Πίσω από τα διαρκώς μεταβαλλόμενα φαινόμενα, ποιο ή ποια είναι άραγε τα αληθινά και σταθερά εκείνα όντα που αξίζει να τα γνωρίσουμε; Με άλλα λόγια, τι συγκροτεί, τι συνέχει και τι υποβαστάζει την αντικειμενική πραγματικότητα,- ποιο είναι το οντολογικό υπόβαθρό της;

Οι απαντήσεις των Προσωκρατικών ήταν περισσότερο ή λιγότερο σύμφωνες με φυσικές αντιλήψεις και αναφέρονταν σε βασικά στοιχεία του φυσικού κόσμου (νερό, αέρας, φωτιά, άτομα).

Ο Πλάτων μιλούσε για αφηρημένες, άυλες και τέλειες οντότητες, τις «ιδέες».

Ο Αριστοτέλης για τις ουσίες, σταθερές μορφές οργάνωσης του κόσμου.

Οι φιλόσοφοι της ελληνιστικής περιόδου οικειοποιούνταν και επεξεργάζονταν παλαιότερες θεωρήσεις (άτομα, φωτιά), ενώ ο Πλωτίνος έκανε λόγο για το Εν,- την υπέρτατη αρχή, από την οποία απορρέουν και στην οποία επιστρέφουν τα πάντα.

Κατά τη μεσαιωνική περίοδο οι χριστιανικές αντιλήψεις για τον κόσμο, που αποτελεί δημιούργημα του Θεού, εκφράζονται με βάση τις παραδοσιακές φιλοσοφικές θεωρήσεις, κυρίως με την αριστοτελική μεταφυσική.

Ντεκάρτ

Στους νεότερους χρόνους, η σχετική συζήτηση εγκαινιάστηκε από το Γάλλο φιλόσοφο Ρενέ Ντεκάρτ. Σε αυτόν οφείλεται η σαφής διάκριση ανάμεσα στη συνείδηση του σκεπτόμενου υποκειμένου και στα πράγματα που βρίσκονται έξω από αυτήν.

Στην προσπάθειά του να θεμελιώσει από την αρχή κάθε ανθρώπινη γνώση, ώστε αυτή να αποκτήσει αποδεικτική ενάργεια και να πείθει για την εγκυρότητά της, ο Ντεκάρτ, αναπτύσσει για λόγους καθαρά μεθοδολογικούς έναν ακραίο σκεπτικισμό.

Έτσι φτάνει στο σημείο να γίνει προσωρινά σολιψιστής (από το solus = μόνος + ipse = αυτός), δηλαδή να δεχτεί ότι το μόνο αναμφισβήτητο γι’ αυτόν είναι η συνείδησή του με το περιεχόμενό της. Για όλα τα άλλα, λέει, πρέπει να αμφιβάλλω αν υπάρχουν, γιατί είναι πολύ πιθανόν να με εξαπατά ένα κακόβουλο πνεύμα, παρουσιάζοντάς τα σε μένα ως υπαρκτά.

Το ότι όμως αμφιβάλλω αποδεικνύει ότι σκέπτομαι και το ότι σκέπτομαι είναι αδιαφιλονίκητη απόδειξη του ότι υπάρχω. Cogito ergo sum. Η σκέψη μου με βεβαιώνει για την ύπαρξή μου κατά τρόπο άμεσο, ενορατικό. Παράλληλα όμως έχω μέσα μου την επίγνωση μιας τελειότητας, που πηγή της δεν μπορεί να είμαι εγώ ο ίδιος. Πηγή της είναι μία και μόνο, ο Θεός, για την ύπαρξη του οποίου είμαι τόσο βέβαιος όσο και για τη δική μου. Αλλά ο Θεός, όντας πανάγαθος, δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σαν κακόβουλο πνεύμα και να με εξαπατά.

Άρα ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει!

Οι «σχολές» που αντιμετώπισαν το πρόβλημα

Επομένως, εγγύηση για την ύπαρξη του κόσμου και για τη βέβαιη γνώση μας σχετικά με αυτόν είναι ο Θεός . Ο Ντεκάρτ διατυπώνει επιχειρήματα και επικαλείται αποδείξεις, μέσω των οποίων βεβαιώνεται για την ύπαρξή του.

Τι συμβαίνει όμως με όσους δεν υιοθετούν την επιχειρηματολογία του Ντεκάρτ και δεν πείθονται από τις αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού; Είναι φανερό πως ο Ντεκάρτ δρομολόγησε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις φιλοσόφων, οι οποίοι, ενώ εμπνέονται από τον αρχικό προβληματισμό του, δε θεωρούν ότι το όλο θέμα μπορεί να κλείσει τόσο γρήγορα, όσο το παρουσίασε ο Γάλλος φιλόσοφος. Συνεχίζουν λοιπόν αυτοί τις σχετικές αναζητήσεις με αφετηρία το ακόλουθο ερώτημα:

ποια είναι η σχέση των παραστάσεών μας (των εικόνων στο νου μας) με τα αντικείμενα, τα οποία παριστάνουν ή υποτίθεται ότι παριστάνουν; Οι απαντήσεις που δίδονται είναι οι ακόλουθες

1. Δεν υπάρχουν οντότητες ανεξάρτητες από τις ιδέες ή τις παραστάσεις μας ή, γενικότερα, από το πνεύμα. Την άποψη αυτή υιοθετεί ο ιδεαλισμός.

2. Υπάρχουν πραγματικά οντότητες ανεξάρτητες από τις ιδέες ή τις παραστάσεις μας. Την άποψη αυτή υιοθετεί ο ρεαλισμός (και ο υλισμός).

Η διδασκαλία του Καντ και η φαινομενολογία προσπαθούν να ανατοποθετήσουν το όλο πρόβλημα και να ξεπεράσουν την παραδοσιακή διαμάχη ιδεαλισμού και ρεαλισμού.

Ο ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ

Σε αντίθεση με την καρτεσιανή αμφιβολία για την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, η οποία, υπηρετούσε μεθοδολογικές σκοπιμότητες και είχε προσωρινό χαρακτήρα, ο ιδεαλισμός υποστηρίζει με συνέπεια, «ως το τέλος», ότι ο κόσμος γύρω μας δεν έχει αντικειμενική υπόσταση. Όμως του ιδεαλισμού διακρίνουμε δύο παραλλαγές:

Τον υποκειμενικό ή ψυχολογικό ιδεαλισμό.

Τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.

Κατά τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, ο κατ’ αίσθηση κόσμος δεν έχει αυθύπαρκτη υπόσταση, γιατί είναι κάτι το πνευματικό, που υπάρχει ως παράσταση στη συνείδησή μας και μόνο.

Ακραία μορφή του υποκειμενικού ιδεαλισμού αποτελεί ο σολιψισμός, σύμφωνα με τον οποίο κάθε συγκεκριμένο υποκείμενο νομιμοποιείται να θεωρεί ότι υπάρχει μόνο ο δικός του νους και ότι όλος ο υπόλοιπος κόσμος μαζί με τα άλλα υποκείμενα δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσωπικές παραστάσεις του ως συγκεκριμένου υποκειμένου.

Κατά τον αντικειμενικό ιδεαλισμό, ο κατ’ αίσθηση κόσμος δεν έχει, και πάλι, αντικειμενική υπόσταση. Ο κόσμος αυτός είναι ατελές αντίγραφο ή απλή έκφανση του πνεύματος ή των ιδεών. Το πνεύμα ή οι ιδέες είναι οντότητες άυλες (χωρίς ύλη) αλλά αυθύπαρκτες, αποτελούν την αιτία της ύπαρξης του κόσμου και βρίσκονται σε ένα διαφορετικό οντολογικό επίπεδο.

Σχετικά με τον αντικειμενικό ιδεαλισμό επιβάλλεται μια διευκρίνιση. Αν ως βασική θέση του ιδεαλισμού, γενικά, θεωρήσουμε την απόλυτη προτεραιότητα της υποκειμενικότητας και τη μετατροπή του αντικειμενικού κόσμου σε απλή παράσταση που υπάρχει στη συνείδησή μας, τότε ο αντικειμενικός ιδεαλισμός είναι στην ουσία ένα είδος ρεαλισμού, αφού δέχεται την ιδέα ως κάτι το αυθύπαρκτο, και μάλιστα ως γενεσιουργό παράγοντα των πάντων, ακόμη και της ίδιας της συνείδησης.

Αν, όμως, ως βασική θέση του ιδεαλισμού θεωρήσουμε την τάση του να αμφισβητεί, απλώς, την αυθυπαρξία του κόσμου που μας περιβάλλει, αδιαφορώντας για το αν η ουσία του τελευταίου μπορεί να ανάγεται σε κάποια υπέρτερη, αυθύπαρκτη και πνευματικού χαρακτήρα οντολογική αρχή, τότε ασφαλώς ο αντικειμενικός ιδεαλισμός είναι μια αυθεντική μορφή ιδεαλισμού .

Σημειώνεται ότι οι ιστορικοί της φιλοσοφίας, μιλώντας για ιδεαλισμό, δίνουν ευρύτητα σε αυτή την έννοια, ώστε να περιλαμβάνει και τον αντικειμενικό και τον υποκειμενικό ιδεαλισμό. Και αυτό, επειδή κοινό σημείο των δύο μορφών του ιδεαλισμού θεωρούν την οντολογική προτεραιότητα του πνεύματος απέναντι στα αισθητά πράγματα, στην ύλη .

Υποκειμενικός ιδεαλισμός

Μπέρκλεϋ

Ριζικός και παράδοξος είναι ο ιδεαλισμός του Μπέρκλεϋ. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, ο κόσμος, γενικά, αποτελείται από πνευματικές (ενεργητικές) οντότητες και από τις (παθητικές) «ιδέες» τους - από υποκείμενα, από το ένα μέρος, και από τα αισθήματα και τις εικόνες που δημιουργούνται στο πνεύμα τους, από το άλλο.

Ο εξωτερικός κόσμος, ειδικότερα, θρυμματίζεται σε μια σειρά από συνειδησιακές καταστάσεις, σε ένα σύνολο από «ιδέες», σε μια δέσμη από αισθήματα όρασης, ακοής, αφής κτλ.

Ο Μπέρκλεϋ ονομάζει μάλιστα τον ιδεαλισμό του αϋλοκρατία (immaterialism), επειδή στόχος του ήταν να αρνηθεί την ύπαρξη ενός υλικού υποστρώματος των «ιδεών» που αντιστοιχούν στα αισθήματά μας. Αυτή η πόρτα, μπροστά μου, δεν έχει υπόσταση: το χρώμα της είναι προϊόν του αισθήματος της όρασης, η αντίσταση που βρίσκει το χέρι μου επάνω της είναι προϊόν του αισθήματος της αφής, ο κρότος που προκαλείται, όταν την κλείνω με δύναμη, είναι προϊόν του αισθήματος της ακοής κτλ. Αλλά το χρώμα, η δύναμη της αντίστασης και ο ήχος δεν είναι αυθύπαρκτες ουσίες, είναι ένα σύνολο «ιδεών»:

Άρα η πόρτα υπάρχει μόνο κατά το μέτρο που γίνεται αντιληπτή. Αλλά και εγώ, ως υποκείμενο, υπάρχω μόνο κατά το μέτρο που αντιλαμβάνομαι: Ύπαρξη έχει καθετί που αντιλαμβάνεται ή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντίληψης: «Esse est percipere aut percipi ».

Αν όμως η αντικειμενική πραγματικότητα δεν είναι κάτι το αυθύπαρκτο, τότε πώς εξηγείται η κανονικότητα που εμφανίζει ο εξωτερικός κόσμος, το ότι λ.χ. όλοι οι άνθρωποι στον ίδιο χώρο αντιλαμβάνονται τα ίδια πράγματα; Και πώς γίνεται να μη συγχέουμε τη φαντασία και την ψευδαίσθηση με την πραγματικότητα, δηλαδή να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στις απατηλές και στις αληθινές παραστάσεις μας;

Κατά τον Μπέρκλεϋ, οι κοινές σε όλους συνειδησιακές καταστάσεις και η τάξη με την οποία παρουσιάζονται πρέπει να αποδοθούν στην παρέμβαση το Θεού. Πρόκειται για παραστάσεις της θεϊκής διάνοιας, που τις εμφανίζει στην αντίληψή μας σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Ο κόσμος είναι ένας «λόγος» που ο Θεός «εκφωνεί» στους ανθρώπους.

Επικαλούμενος μάλιστα το Θεό ως εγγυητή της κανονικότητας του κόσμου, ο Μπέρκλεϋ αντιμετωπίζει και την ακόλουθη ένσταση: αφού τα δέντρα, τα σπίτια και οι καρέκλες υπάρχουν κατά το μέτρο που εμείς τα αντιλαμβανόμαστε, τότε τι γίνονται όλα αυτά τα πράγματα, όταν εμείς πάμε κάπου αλλού και δεν τα αντιλαμβανόμαστε; Και τι θα γίνονταν στην υποθετική περίπτωση που θα πεθαίναμε όλοι; Η απάντηση του Μπέρκλεϋ είναι ότι τα πράγματα θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, εφόσον συνεχίζει να τα αντιλαμβάνεται το παντοδύναμο γνωστικό υποκείμενο, δηλαδή ο Θεός.

Αντικειμενικός Ιδεαλισμός:

Ο Πλάτων

Ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του αντικειμενικού ιδεαλισμού είναι αναμφισβήτητα ο Πλάτων. Ο ιδεαλισμός του είναι αντικειμενικός, γιατί ο φιλόσοφος αυτός δέχεται ότι η αληθινή ουσία των όντων είναι οι ιδέες (το «όντως ον»), που έχουν αντικειμενική υπόσταση, δηλαδή υπάρχουν καθαυτές και δε δημιουργούνται από τη συνείδηση. Επιπλέον, οι ιδέες υπερβαίνουν τον κατ’ αίσθηση κόσμο, γιατί βρίσκονται έξω και πάνω από αυτόν, σε ένα υπέρτερο οντολογικό επίπεδο .

Αντίθετα, τα πράγμα τα του κόσμου που μας περιβάλλει δεν έχουν ουσιαστική υπόσταση. Είναι ατελή αντίγραφα των ιδεών και οφείλουν την ύπαρξή τους σε εκείνες.

Έγελος

Κατά τον Έγελο, τέλος, το «όντως ον» είναι η καθαρή νόηση, η απόλυτη ιδέα. Η ιδέα υπάρχει καθαυτήν, αποτελώντας το Είναι, την ουσία του κόσμου, που και αυτός είναι ανεξάρτητος από τη σκέψη μας. Επειδή όμως η ιδέα υπάρχει και στη σκέψη μας, η τελευταία συλλαμβάνει την ιδέα-ουσία του κόσμου, γιατί είναι «ομοούσια» προς αυτήν.

Η ιδέα βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, σε αέναο γίγνεσθαι. Δεδομένου όμως ότι η ιδέα ταυτίζεται με το Είναι, ένας είναι ο βασικός τρόπος, με τον οποίο μπορούμε να συλλάβουμε το Είναι: το γίγνεσθαι.

Σε πολύ γενικές γραμμές, οι νόμοι αυτού του γίγνεσθαι είναι οι ακόλουθοι: «κάθε ον περιέχει αντιθετικούς προσδιορισμούς» και, επομένως, «γνώση της έννοιας ενός πράγματος σημαίνει γνώση του αντικειμένου αυτού ως ενότητας αντιθετικών προσδιορισμών». Αυτός είναι ο ρυθμός, με τον οποίο κινείται η ιδέα.

Μια ιδέα, μια θέση, δεν μπορεί να τεθεί χωρίς να προκαλέσει την αντίθετη θέση, την αντίθεσή της, που αποτελεί άρνηση της πρώτης. Όμως θέση και αντίθεση ξεπερνιούνται με την άρνηση της άρνησης, που οι μαρξιστές θα την ονομάσουν αργότερα σύνθεση. Αλλά η σύνθεση αυτή είναι μια καινούρια θέση, που, με τη σειρά της, προκαλεί την ίδια διαδικασία. Αυτό γίνεται ως την πλήρη πραγμάτωση της απόλυτης ιδέας, που «επιστρέφει» στον εαυτό της, «συνειδητοποιημένη» μέσα στη φιλοσοφική σκέψη.

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ο ρεαλισμός τοποθετείται στους αντίποδες του ιδεαλισμού. Στο ερώτημα αν ο κόσμος βρίσκεται έξω από τη συνείδησή μας και αν είναι ανεξάρτητος από αυτήν ο ρεαλισμός δίνει απάντηση καταφατική.

Όμως και του ρεαλισμού δια κρίνουμε δύο παραλλαγές:

Τον αφελή ρεαλισμό.

Τον κριτικό ρεαλισμό.

Κατά τον αφελή ρεαλισμό, τα πράγματα όχι μόνο υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, αλλά και τα γνωρίζουμε όπως ακριβώς είναι. Κατά τον κριτικό ρεαλισμό, τα πράγματα υπάρχουν, ασφαλώς, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, αλλά ανάμεσα σε αυτήν και σε εκείνα παρεμβάλλονται οι αισθήσεις μας. Το αποτέλεσμα είναι οι ιδιότητες των πραγμάτων να αποτελούν, ως ένα σημείο, δημιούργημα των αισθήσεών μας και όχι κάτι το αντικειμενικό.

Αφελής ρεαλισμός

Ο αφελής ρεαλισμός γνώρισε ανέκαθεν ευρύτατη διάδοση, γιατί από αυτόν διέπεται ο απλοϊκός νους των ανθρώπων. Εκπροσώπους του βρίσκουμε ήδη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Ο Εμπεδοκλής (5. αιώνας π.Χ.) διδάσκει ότι η αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας προέρχεται από μόρια, τα οποία εκπέμπονται από τα αντικείμενα και προσβάλλουν τα αισθητήρια όργανα. Αν, λοιπόν, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα μηνύματα του εξωτερικού κόσμου, αυτό το οφείλει στο ότι έχει μέσα του στοιχεία ομοειδή προς εκείνα, από τα οποία έχει συσταθεί ο κόσμος. Επομένως, γνωρίζουμε τα όμοια με τα όμοια: το νερό το βλέπουμε με το νερό, τη φωτιά με τη φωτιά κτλ, πράγμα που σημαίνει ότι «μαθαίνουμε» την πραγματικότητα όπως αυτή είναι.

Κριτικός ρεαλισμός

Αλλά και του κριτικού ρεαλισμού τους πρώτους εκπροσώπους τους βρίσκουμε στην Αρχαία Ελλάδα. Κατά το Δημόκριτο, εκείνο που πραγματικά υπάρχει είναι τα άτομα με τις ιδιότητές τους (μέγεθος, σκληρότητα, βάρος) και το κενό. Όλες οι άλλες ποιότητες έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα. Συμβατικά, υποκειμενικά («νόμω»), είναι κάτι γλυκό, πικρό, θερμό ή ψυχρό. Συμβατικά, υποκειμενικά, έχουμε αντίληψη των χρωμάτων («νόμω χροιή»). Πραγματικά, αντικειμενικά («ετεή»), υπάρχουν μόνο άτομα και κενό.

Την παράδοση του Δημοκρίτου τη συνεχίζει ο Επίκουρος: οι ποιότητες, διδάσκει, δεν προέρχονται από τα άτομα, γιατί αυτά δίνουν στα αντικείμενα μόνο το σχήμα, το βάρος, το μέγεθος και όσα σχετίζονται με αυτά. Τα χρώματα, για παράδειγμα, δεν είναι ουσιαστικές ιδιότητες των σωμάτων, δεν είναι «συμφυή τοις σώμασιν», αλλά προκύπτουν από τον τρόπο με τον οποίο αυτά προσφέρονται στην όραση.

Στους νεότερους χρόνους ο κριτικός ρεαλισμός εκπροσωπείται από φιλοσόφους που δέχονται τη διάκριση ανάμεσα σε πρωτεύουσες και σε δευτερεύουσες ιδιότητες. Κατά τη διδασκαλία τους, οι μόνες ουσίες που πραγματικά υπάρχουν και χαρακτηρίζουν το αντικείμενο είναι οι πρωτεύουσες ιδιότητες (σχήμα, βάρος, πυκνότητα, κίνηση κτλ.), οι οποίες παρουσιάζουν ποσοτικές διαφορές. Αντίθετα, οι δευτερεύουσες ιδιότητες (ήχοι, χρώματα, θερμότητα-ψύχος κτλ.) στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Είναι απλώς επιγεννήματα των πρώτων ουσιών και προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίο η συνείδησή μας αντιλαμβάνεται τις ποσοτικές διαφορές.

Τις θέσεις αυτές υποστήριξαν, με διάφορες παραλλαγές, ο Χομπς, ο Ντεκάρτ και ο Λοκ.

Διαλεκτικός υλισμός

Στον ευρύτερο χώρο του ρεαλισμού τοποθετείται και ο μαρξισμός, που όμως δεν έχει διατυπώσει μια ειδική θεωρία για τη γνώση. Οι απόψεις του επί του προκειμένου αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του διαλεκτικού υλισμού, που ερευνά τους νόμους της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης.

Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό:

α) η έννοια της ύλης δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την έκταση (res extensa). Είναι μια «φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να δηλώσει την αντικειμενική πραγματικότητα» (Λένιν). Η τελευταία υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση που την αντιλαμβάνεται. Η συνείδηση δε δημιουργεί την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά η αντικειμενική πραγματικότητα απεικονίζεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

β) Η ύλη βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, στο πλαίσιο της οποίας έχουμε πορεία από τα απλούστερα στα συνθετότερα: από τα άτομα, τα μόρια και τα κύτταρα στα φυτά, τους ανθρώπους και τις κοινωνίες. Η αισιόδοξη προοπτική του διαλεκτικού υλισμού θεωρεί την εξέλιξη όχι κυκλική αλλά ευθύγραμμη.

γ) Ωστόσο η εξέλιξη δεν είναι ομαλή και αδιατάρακτη. Πρόκειται, αντίθετα, για πορεία με άλματα, για μια σειρά από «επαναστάσεις». Όταν στο είναι κάθε πράγματος συσσωρευτούν πολλές ποσοτικές αλλαγές, επακολουθεί μια ένταση, μια σύγκρουση του παλιού με το καινούριο. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής είναι μια διαφοροποίηση ποιοτική.

δ) Επομένως το εξελιγμένο, το ποιοτικά διαφορετικό, εξηγείται σύμφωνα με τις απλούστερες ποσοτικές δομές του, χωρίς όμως να χάνει την ιδιοτυπία του. Ο ατμός λ.χ. προκύπτει, όταν το νερό φτάσει σε έναν ορισμένο βαθμό βρασμού, αλλά είναι κάτι το ποιοτικά διαφορετικό από το νερό. Και η ζωή, μολονότι προέρχεται από την ύλη, που έφτασε σε έναν ορισμένο βαθμό οργάνωσης, διατηρεί ωστόσο την ποιοτική ιδιαιτερότητά της.

Η ΚΑΝΤΙΑΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Η καντιανή διδασκαλία είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μέση λύση μεταξύ του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού. Ο Καντ δέχεται ότι τα πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Ωστόσο η συνείδηση δεν τα γνωρίζει όπως αυτά είναι, αλλά όπως η ίδια μπορεί να τα αντιληφθεί – όχι καθ’ εαυτά αλλά μόνο ως φαινόμενα. Η αιτία βρίσκεται στο ότι τα εμπειρικά δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις a priori, δηλαδή από τις προεμπειρικές δομές της αισθητικότητάς μας (τις μορφές της εποπτείας: το χώρο και το χρόνο) αλλά και από τις κατηγορίες της νόησής μας, σύμφωνα με τις οποίες λειτουργεί το πνεύμα μας. Αυτές οι προεμπειρικές δομές «φιλτράρουν», κατά κάποιο τρόπο, τη γνώση μας για τα πράγματα κάνοντάς μας να τα γνωρίζουμε ως φαινόμενα και μόνο. Τα πράγματα στην ουσία και την ιδιοτυπία τους θα μας μείνουν, για πάντα άγνωστα.

Η συνδυαστική προσέγγιση του Καντ είχε πολλούς συνεχιστές, που όμως έτειναν είτε σε μορφές ισχυρότερου υποκειμενικού ή αντικειμενικού ιδεαλισμού (Φίχτε, Σέλλινγκ, Σοπενχάουερ) είτε σε κάποια εκδοχή του κριτικού ρεαλισμού που ουσιαστικά καταργεί την ιδεαλιστική διάσταση (Νεοκαντιανοί του εικοστού αιώνα).

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ

Η φαινομενολογία δεν είναι ένα επιπλέον φιλοσοφικό σύστημα, είναι πρωτίστως μια καινούρια μέθοδος έρευνας των πραγμάτων. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του ιδρυτή της Έντμουντ Χούσερλ, το αντικείμενο είναι αυθύπαρκτο, αλλά αντλεί τη σημασία του από τη συνείδηση, της οποίας ο ρόλος είναι στην προκειμένη περίπτωση «ιδρυτικός».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου