Vito Acconci - Αυτό που πραγματικά θέλω είναι η επανάσταση

Αυτα ειναι τα λογια του σπουδαίου Vito Acconci (1940 - 2017) σε μια συνέντευξη του στην διαδικτυακή τηλεόραση του San Francisco Museum of Modern Art.


Η μοναξιά και η απώλεια στα έργα του Mark Morrisroe

Περπατώντας άγρια στις αίθουσες του Σχολείου Τέχνης με τα σκισμένα μπλουζάκια του, αποκαλώντας τον εαυτό του Mark Dirt, ήταν ο πρώτος πανκ...


Jacques Henri Lartigue Φωτογραφιζοντας την ευτυχια

Στην Ευρώπη κανένας κριτικός δεν θα τολμούσε να αποδώσει καλλιτεχνική εγκυρότητα σε έννοιες όπως «ελαφρότητα» και «ευτυχία»...


Η συλλογή Bennett
The Bennett Collection of Women Realists

Οι Elaine και Steven Bennett είναι αφοσιωμένο στην προώθηση της καριέρας των γυναικών καλλιτεχνών, αφού «οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται...».


Η ζωη στο εργαστηριο

Ο Γιούστους Φράιχερ φον Λήμπιχ (Justus Freiherr von Liebig, 1803 – 1873) ήταν Γερμανός χημικός με μείζονες συνεισφορές στη γεωπονική και τη βιολογική χημεία, θεωρούμενος ως ο πατέρας της οργανικής χημείας. Ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκίσεν, εισήγαγε τη σύγχρονη, προσανατολισμένη προς το εργαστήριο, μέθοδο διδασκαλίας της χημείας.



Justus von Liebig, Laboratory

Για αυτή και παρόμοιες καινοτομίες θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους δασκάλους της χημείας όλων των εποχών. Επίσης, έχει χαρακτηρισθεί ως ο «πατέρας της βιομηχανίας λιπασμάτων» για τον τονισμό της σημασίας του αζώτου και μερικών άλλων χημικών στοιχείων ως βασικών θρεπτικών ουσιών για τα φυτά, όπως και για τη διατύπωση του Νόμου του ελαχίστου, που περιγράφει το πώς η ανάπτυξη των φυτών εξαρτάται από τη λιγότερο διαθέσιμη θρεπτική ουσία (περιοριστικός παράγοντας) αντί για τη συνολική ποσότητα των διαθέσιμων παραγόντων.Ανέπτυξε επίσης μια διαδικασία παραγωγής για συμπυκνώματα κρέατος και ίδρυσε σχετική εταιρεία.

Ο Λήμπιχ και αρκετοί συνάδελφοί του πρότειναν να ιδρύσουν ένα ινστιτούτο για τη φαρμακολογία και την παραγωγή ουσιών μέσα στο πανεπιστήμιο. Ωστόσο, το πρυτανικό συμβούλιο απέρριψε κατηγορηματικά την ιδέα τους, δηλώνοντας ότι δεν ήταν δουλειά του πανεπιστημίου να εκπαιδεύει «σαπωνοποιούς, φαρμακοποιούς, ζυθοποιούς, βαφείς και παρασκευαστές ξυδιού».

Aνοιξε λοιπον την δικη του ιδιωτική επιχείρηση, οπου μπορούσε να αγνοεί τους κανόνες του πανεπιστημίου και να δέχεται εγγεγραμμένους φοιτητές και μη φοιτητές. Το ινστιτούτο του Λήμπιχ, που άνοιξε το 1826, διαφημιζόταν ευρύτατα στα φαρμακευτικά περιοδικά. Τα μαθήματά του στην πρακτική χημεία και στις εργαστηριακές διαδικασίες χημικής αναλύσεως διδάσκονταν από τον Λήμπιχ επιπροσθέτων των επίσημων μαθημάτων που δίδασκε στο πανεπιστήμιο.

Μέχρι το 1835 το εργαστήριο του ινστιτούτο στεγαζόταν σε έναν παλαιό στρατώνα στην άκρη της πόλης. Ο κύριος χώρος του εργαστηρίου ήταν μόλις 38 τετραγωνικά μέτρα περίπου. Ο Λήμπιχ μπορούσε να εργάζεται εκεί με 8 ή 9 φοιτητές κάθε φορά. Ο ίδιος ζούσε εκεί, στον επάνω όροφο, σε ένα μικρό διαμέρισμα με την οικογένειά του.

Ο Λήμπιχ ήταν ένας από τους πρώτους χημικούς που οργάνωσε ένα εργαστήριο με τη σημερινή του μορφή, συνεργαζόμενος με τους φοιτητές του σε εμπειρικές έρευνες μεγάλης κλίμακας, μέσω ενός συνδυασμού έρευνας και διδασκαλίας. Οι μέθοδοί του στην οργανική ανάλυση τού επέτρεψαν να κατευθύνει τις εργασίες στην αναλυτική χημεία πολλών μεταπτυχιακών φοιτητών. Οι φοιτητές του προέρχονταν από πολλά από τα γερμανικά κρατίδια, όπως και από τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, βοηθώντας έτσι τη δημιουργία διεθνούς φήμης για τον «δόκτορα-πατέρα» τους (Doktorvater). Το εργαστήριό του έγινε περίφημο ως ίδρυμα-πρότυπο για τη διδασκαλία της πρακτικής χημείας αλλά και για την έμφαση στην εφαρμογή των ανακαλύψεων της βασικής έρευνας στην ανάπτυξη ειδικότερων χημικών διαδικασιών και προϊόντων.

Τελικά το 1833 ο Λήμπιχ έπεισε τον πρύτανη φον Λίντε να ενσωματώσει το ινστιτούτο στο Πανεπιστήμιο του Γκίσεν. Το 1839 εξασφάλισε κρατικά κονδύλια για να κτίσει αμφιθέατρο και δύο χωριστά εργαστήρια, με καινοτόμα γυάλινα προστατευτικά αναθυμιάσεων και καμινάδες εξαερισμού. Μέχρι το 1852, οπότε ο Λήμπιχ έφυγε για το Μόναχο, πάνω από 700 φοιτητές της χημείας και της φαρμακολογίας είχαν σπουδάσει με αυτόν

Σε μια εποχή που πολλοί χημικοί, μεταξύ των οποίων και ο Μπερζέλιους, επέμεναν ακόμα σε έναν απόλυτο διαχωρισμό ανάμεσα στον οργανικό και στον ανόργανο κόσμο, ο Λήμπιχ δήλωσε:

«Η παραγωγή όλων των οργανικών ουσιών δεν ανήκει πλέον μόνο στους ζωντανούς οργανισμούς. Πρέπει να θεωρούμε όχι ως απλώς πιθανό, αλλά ως βέβαιο, ότι θα είμαστε σε θέση να τις παράγουμε στα εργαστήριά μας. Η ζάχαρη, η σαλικίνη και η μορφίνη θα παράγονται τεχνητά. Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε ακόμα πώς να το επιτύχουμε αυτό, επειδή δεν γνωρίζουμε ακόμη τις πρόδρομες ενώσεις από τις οποίες προκύπτουν αυτές οι ουσίες. Αλλά θα τις γνωρίσουμε.»

Κάποτε πιστεύονταν γενικά ότι η ζωή και τα υλικά της είχαν κάποια ουσιώδη διαφορά, σε κάποια ουσία ή ιδιότητα, που δεν την είχε η μη ζώσα ύλη. Και επομένως, ότι μόνο ζωντανά όντα μπορούν να παράγουν βιομόρια. Έπειτα, όταν το 1828 ο Φρήντριχ Βέλερ (Friedrich Wöhler) δημοσίευσε τη σύνθεση της οργανικής ουρίας από το ανόργανο ισομερές της κυανικό αμμώνιο, απέδειξε ότι είναι δυνατή η τεχνητή σύνθεση οργανικών ενώσεων.

Η σύνθεση της ουρίας ήταν η αυγή της Οργανικής Χημείας, αλλά η αυγή της Βιοχημείας ήταν η ανακάλυψη του πρώτου ενζύμου, της αμυλάσης (που τότε ονομάστηκε «διαστάση»), το 1833 από τον Ανσέλμ Παϋέ (Anselme Paye). O Έντουαρτ Μπούχνερ (Eduard Buchner) συνεισέφερε με την πρώτη επίδειξη μιας πολύπλοκης βιοχημικής διεργασίας έξω από ένα κύτταρο, το 1896: Την αλκοολική ζύμωση με κυτταρικά εκχυλίσμστσ ζύμης. Η πρώτη χρήση του όρου «βιοχημεία» έγινε το 1882 και είναι γενικά αποδεκτό ότι αναφέρθηκε ως «φυσικολογική χημεία».

Κλωντ Μπερνάρ - Κατά τη διάρκεια των ερευνών του ο πέτυχε να απομονώσει το γλυκογόνο

Ο Μαζαντί συμβούλευε πάντοτε: «Αφήνετε τη φαντασία σας, όπως βγάζετε το πανωφόρι σας, μπαίνοντας στο εργαστήριο. Να την ξαναπάρετε όπως ξαναβάζετε το πανωφόρι σας, βγαίνοντας από το εργαστήριο... βάζετέ την στην άκρη, εγκαταλείψτε την, την ώρα των πειραμάτων, αλλιώς θα εμποδίζει την ικανότητά σας για παρατήρηση».

Ο Μπερνάρ, με τη σειρά του, έλεγε στους δικούς του μαθητές: «Στα μαθήματά μου προτιμώ να αποφεύγω τις γενικότητες και τις εύκολες ταξινομήσεις, γιατί πιστεύω ότι η φυσιολογία δεν επιτρέπει τον τρόπο αυτό της ενέργειας. Προτιμώ να μεταφέρω το εργαστήριό μου κάτω από τα μάτια σας, να σας έχω μπροστά στις έρευνές μου, που είναι κάποτε αυτοσχέδιες, χωρίς να σας κρύβω τίποτα από τις ατέλειες και τις δυσκολίες που τις συνοδεύουν».

Με το έργο του ο Κλωντ Μπερνάρ ανοίγει νέα εποχή για τη φυσιολογία και γενικότερα την ιατρική. Είναι ο πρώτος που εισήγαγε την αντίληψη ότι ο πειραματισμός πρέπει να ξεκινά από μια υπόθεση, κι αν το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από τις προσδοκίες μας, αυτό πρέπει να παρακινεί σε νέα υπόθεση και νέα πειράματα, ώσπου κάποια από όλες να αποδειχθεί σωστή.

Τη γλυκογενετική λειτουργία του ήπατος ανακάλυψε το 1843. Μέχρι τότε πίστευαν ότι το σάκχαρο του οργανισμού των ζώων προέρχεται αναγκαστικά από τις σακχαρούχες τροφές τους. Αλλά μελετώντας τον διαβήτη, ο Κλωντ Μπερνάρ έπεισε ότι υπάρχει ένα όργανο ή ένας παράγοντας που παράγει τη γλυκόζη.

Για να εξακριβώσει πώς αποβάλλεται το σάκχαρο από τον οργανισμό, υπέβαλε ένα σκύλο σε διατροφή με σακχαρώδεις ουσίες και ύστερα από επτά ημέρες του άνοιξε την κοιλιά την ώρα της πέψης.

Το 1876 το αγγλικο κοινοβουλιο νομοθετει το Cruelty to Animals Act με το οποιο επιβαλλονται περιορισμοι στους ερευνητες για τα πειραματα τους στους ζωντανούς οργανισμούς .